φωνήματα ανάλυσης και περιγραφής
εναλλασσόμενων τρόπων με τους οποίους, η εικαστική γλώσσα μπορεί να προσομοιαστεί σε μια θεωρητική αντιληπτική της, πριν την ανατρέψει.
τα εργαστηριακά μαθήματα, γίνονται κάθε...
---------------------------------------------------------------------------------
Industrial soundscapes
on screen?
http://www.soundandmusic.org/features/sound-film/industrial-soundscapes-screen
Tacita DeanΗ εκβιομηχάνιση έχει αναδιαμορφώσει πλήρως την αστική ζωή, και οι συνακόλουθες πολλαπλές πραγματικότητες και φαντασιώσεις της «νεωτερικότητας», έχουν υποχρεώσει τους καλλιτέχνες σε μια εκ φύσεως συναισθητική ταύτιση του κοινωνικού με το αισθητικό
Στην απεικόνιση της βιομηχανικής παραγωγής, ο ήχος είναι ένα ζωτικό μέρος των απεικονίσεων.
Ωστόσο, ο ήχος της εκβιομηχάνισης έχει υποβιβαστεί ως λιγότερο σημαντικός όταν εξετάζονται παραστάσεις της αστικής ζωής,
Το μάτι παραμένει να έχει προνομιακή θέση.
Ο Derek Gregory επισημαίνει, «είναι ακόμα δυνατό να ακούσεις τα πνιχτά μουρμουρητά του πραγματικού, από τα ίχνη μιας παλαιότερης, και κατά κάποιο τρόπο πιο αυθεντικής καθημερινής ζωής, ανοίγοντας τον εαυτό σου στη μουσική της πόλης, με ρυθμούς που δεν μπορούν ποτέ να συλληφθούν από σειρές εικόνων » (1997, 204).
Οι ρυθμοί προφέρουν τον πλούτο του νοήματος που οι βιομηχανικοί χώροι μπορούν να επικαλεστούν, και ηχοτόπια σαν αυτά των βιομηχανικών χώρων που απεικονίζεται στο
http://www.youtube.com/watch?v=MHjV9GbeMw4
την Κόκκινη Έρημος του Αντονιόνι, http://www.youtube.com/watch?v=0uVPQG01JHk
και η Tacita Dean Kodak http://lockerz.com/u/20686322/decalz/7653277/tacita_dean_kodak
είναι σημαντικές περιπτώσεις του τρόπου που οι κοινωνικο-οικονομικές, πολιτικές και πολιτιστικές θέσεις μπορούν να εκφράζονται μέσω του ήχου. Αυτές οι ταινίες απεικονίζουν την καθημερινή ζωή σε αυτούς τους χώρους, και του ήχου - πράγματι, ανεβάζοντας το ρόλο του - προκειμένου να εξετάσουν τις διαφορετικές πτυχές της βιομηχανικής παραγωγής και του τοπίου
Tacita DeanΗ μελέτη του 2006 της Tacita Dean του εργοστασίου της Kodak στο Chalon-sur-Saône, της Γαλλίας, πριν αυτό κλείσει τις εγκαταστάσεις παραγωγής του των 16 mm, είναι μια ελεγεία για ένα ενδιάμεσο μέσο που περνά.
Η όλη διαδικασία της κατασκευής φωτίζεται, μια σπάνια ευκαιρία από μόνη της, ως ένα καφέ κομμάτι χαρτί που φεύγει έτσι ώστε το σκοτάδι να είναι περιττό.
Ταξιδεύουμε μέσα στους χώρους του εργοστασίου, σαν να ακολουθούμε το υλικό του φιλμ να γίνεται, σε κάθε σκηνή και να συνοδεύεται από ήχους της μετατόπισης whirrs, βοής και clunks .
Ένας σταθερός κρυσταλλικός ήχος σαν στάδιο τ ης δραστηριότητας την οποία η Dean συλλαμβάνει σαν τις ήρεμες πτυχές των μηχανημάτων που εκτελούν επαναλαμβανόμενες ενέργειες.
The sonic world of productivity, always in movement, is somewhat reassuring. This quiet invocation of the imaginative geography of the factory is entwined with a nostalgic vision of production; the human touch still has a place here, and Dean carefully observes the craftsmanship involved.
Ο ηχητικός κόσμος της παραγωγικότητας, πάντα σε κίνηση, είναι κάπως καθησυχαστικό. Αυτή η ήσυχη επίκληση της φαντασίας στη γεωγραφία του εργοστασίου είναι συνυφασμένη με ένα νοσταλγικό όραμα της παραγωγής.
Το ανθρώπινο άγγιγμα εξακολουθεί να έχει μια θέση εδώ, και η Dean παρατηρεί προσεκτικά τη δεξιοτεχνία στην οποία εμπλέκονται.
Η κοινωνική ζωή του εργοστασίου υπονοεί πολλά.
The social life of the factory is hinted at too;
workers leaving the floor are pre-empted by flapping plastic file curtains, conversation in corridors by whistles and chatter echoing through the hallways. This is a stark contrast to dystopian depictions of the Machine Age, where the voices of machines, with their roars and groans, deafened workers into silent submission.
Εργαζόμενοι που φεύγουν από το δάπεδο είναι προαναγγελμένο από το χτύπημα της πλαστικής κουρτίνας, συνομιλία σε διαδρόμους με σφυρίχτρες και φλυαρία αντηχεί μέσα στους διαδρόμους. Αυτή είναι μια έντονη αντίθεση με δυστοπική απεικόνιση της εποχής του μηχανήματος, όπου οι φωνές των μηχανών, με τους βρυχηθμούς και βογκητά, κωφούς τους εργαζόμενους σε σιωπηλή υποταγή.
The most stunning parts of Kodak are concerned with capturing the beauty of production itself, scenes that are to disappear and that have to be catalogued and exposed before they are lost.
However familiar they seem now, the sound of these machines will soon be gone, and perhaps this is an attempt at preservation akin to the BBC sound effects vinyl series: an exercise in audiovisual archival, an essay on obsolescence.Kodak is a subtle statement on the shifting modes of industrial production positioned in a time of flux for analogue production, and Dean herself is at the forefront of a political campaign to save 16mm film manufacture.
In Kodak we enter into the belly of this beast, we are shown the interior of the industrial site and the ways in which it is a world in itself, not merely a belching exterior. Dean exposes the artfulness of production, visibilising the invisible, rendering it beautiful. The machines dance in sound; they twirl, creak, glide, and tap from one section to another.
Τα πιο εντυπωσιακά μέρη της Kodak αιχμαλωτίζουν την ομορφιά της ίδιας της παραγωγής, σκηνές που πρόκειται να εξαφανιστούν και που πρέπει να καταγραφούν και να εκτεθούν πριν χαθούν.
Ωστόσο οικείοι φαίνονται, οι ήχοι των μηχανών αυτών που σύντομα θα φύγουν, και ίσως αυτό να είναι μια προσπάθεια διατήρησης, που μοιάζει με τον ήχο του BBC εφέ σειρά βινυλίου: μια άσκηση στο πλαίσιο των οπτικοακουστικών αρχείων, ένα δοκίμιο για την απαρχαίωση της Kodak, μια λεπτή δήλωση σχετικά με οι τρόποι μετατόπιση της βιομηχανικής παραγωγής τοποθετημένη σε ένα χρόνο ροής που μας μεταφέρει σ την αναλογική παραγωγή, και η Dean είναι στην πρώτη γραμμή της πολιτικής εκστρατείας για να σώσει την κατασκευή φιλμ των 16 χιλιοστών.
Στην Kodak μπαίνουμε στην κοιλιά του κτήνους αυτού. Έχουμε δείξει το εσωτερικό του βιομηχανικού χώρου και τους τρόπους με τους οποίους είναι ένας κόσμος από μόνη της. Η Dean αποκαλύπτει την πανουργία της παραγωγής, φανερώνοντας το αόρατο, τη καθιστά όμορφη. Ο χορός των μηχανημάτων στον ήχο? Που στριφογυρίζουν, τρίζουν, γλιστρούν, και ρέουν, από το ένα τμήμα στο άλλο.
http://www.tate.org.uk/research/publications/tate-papers/cinematic-drawing-digital-age

Tacita Dean, courtesy Frith Street Gallery, London and Marian Goodman Gallery, New York/Paris
Ship of Death belongs to a portfolio of twenty black and white photogravures with etching collectively entitled The Russian Ending. The portfolio was printed by Niels Borch Jensen, Copenhagen and published by Peter Blum Editions, New York in an edition of thirty-five; Tate’s copy is the fifth of ten artist’s proofs. Each image in the portfolio is derived from a postcard collected by the artist in her visits to European flea markets. Most of the images depict accidents and disasters, both man-made and natural. Superimposed on each image are white handwritten notes in the style of film directions with instructions for lighting, sound and camera movements, suggesting that the each picture is the working note for a film. The title of the series is taken from a convention in the early years of the Danish film industry when each film was produced in two versions, one with a happy ending for the American market, the other with a tragic ending for Russian audiences. Dean’s interventions encourage viewers to formulate narratives leading up to the tragic denouements in the prints, engaging and implicating the audience in the creative process.
Dean’s interest in narrative and the mechanisms of the film industry are also evident in her other work. Her installation Foley Artist, 1996 (Tate T07870) depicts cinematic sound engineers recording acoustic effects for a short soundtrack. The Roaring Forties: Seven Boards in Seven Days, 1997 (Tate T07613) is a series of chalkboard drawings that use the conventions of the filmic storyboard to suggest dramatic events taking place in tempestuous waters of the southern Atlantic Ocean. The Uncles, 2004 (collection of the artist) is a film about the artist’s own family connections to the first two Chief Executives of Ealing Studios, Basil Dean (1888-1978; Chief Executive 1931-37) and Michael Balcon (1896-1977; Chief Executive 1937-59).
The grainy black and white source image for Ship of Death shows a waterlogged boat in a stormy sea. Water cascades over the sides of the vessel, and the violent pitch of the waves has rendered the mast a dark blur. In its impressionistic depiction of a tempestuous seascape the photograph recalls the work of Joseph Mallord William Turner (1775-1851; see A Disaster at Sea, circa 1835, Tate N00558). The image also relates to Dean’s own fascination with adventures and misadventures at sea (see Disappearance at Sea, 1996, Tate T07455).
Dean’s notations superimposed on the found image emphasise the fiction that the picture is the still from a film. At the top left corner are the words ‘last scene’ and the work’s title. A shrouded figure is highlighted with the legend ‘ferryman’. ‘Slow movement’ suggests a long camera pan across the scene. The bottom right corner includes more allusive references to the image. The water is labeled ‘Styx’ and an arrow pointing off towards the right bearing the words ‘exit’ and ‘Hades’ suggests the ship’s descent to the underworld. The phrases ‘bye bye’, ‘it’s over’, ‘whence they say that no man ever returns’ and ‘end’ reinforce the finality of the ship’s fate.

Tacita Dean, courtesy Frith Street Gallery, London and Marian Goodman Gallery, New York/Paris
ανεπίσημη μετάφραση μερών κειμένου: Κατερίνα Αθανασίου
ΛΕΞΙΚΟ/ LEXICON (work in progress)
Άμορφο/ Informe I
Αυτό που δεν έχει σαφή μορφή, ή σχήμα, που για τον Bataille (περιοδικό Documents)
μοιάζει με την έκκριση, το πτύελο, ελκύοντας τα πάντα προς τα κάτω (bassesse), προς
τη βάση της υλικής τους υπόστασης και τα διαταραγμένα θεμέλια της γλώσσας.
Art and architecture is about form. (Visual shape is a metaphor for conceptual form
ecc) But in the course of the twentieth century, this very notion (form) has become
suspect. This situation creates an interesting challenge: to find a form for
formlessness, to show the form that has no form. Below we list some of the forms of
formlessness that have been explored. Bataille's definition of informe posits the
formlessness of the world as implying its intrinsic worthlessness as well as the
unredeemable futility of our thinking about it. He uses the notion of "form" in an
abstract, philosophical sense which is at best obliquely related to the notion of visual
form –– but his evocative visual metaphors resonate strongly with a certain strand in
the art of Dada and Surrealism: ". . . un terme servant à déclasser, exigeant
généralement que chaque chose ait sa forme. Ce qu'il désigne n'a ses droits dans
acucun sens et se fait écraser partout comme une araignée ou un ver de terre. Il
faudrait en effet, pour que les hommes académiques soient contents, que l'univers
prenne forme. La philosophie entière n'a pas d'autre but: il s'agit de donner un
redingote à ce qui est, une redingote mathématique. Par contre affirmer que l' univers
ne ressemble à rien et n'est qu' informe revient à dire que l'univers est quelque chose
comme une araignée ou un crachat."
(Documents 7 (December 1929), p. 382, στο Georges Bataille: Oeuvres Complètes I. Paris: Gallimard,
1970. Georges Bataille: Visions of Excess. Selected Writings, 1927-1939. Minneapolis: University of
Minnesota Press, 1985 και Yve-Alain Bois, Rosalind Krauss, L'Informe: mode d'emploi, Centre
Georges Pompidou, Paris 1996.)
Άμορφο/ Informe II
Η ανθρωπολόγος Mary Douglas ανατρέχει στην έννοια της ύλης για να μας εισάγει
στον κόσμο του καθαρού και του βρόμικου: «Αν μπορέσουμε να αφαιρέσουμε την
παθογένεια και την υγιεινή από την αντίληψή μας για τη βρομιά, μένουμε με τον
παλιό ορισμό της βρομιάς ως ύλης εκτός τόπου. Αυτή είναι μια πολύ πλούσια σε
ιδέες προσέγγιση. Υποδηλώνει δύο προϋποθέσεις: ένα σύνολο από τακτοποιημένες
σχέσεις και μια παράβαση αυτής της τάξης. Η βρομιά επομένως δεν είναι ποτέ ένα
μεμονωμένο, απομονωμένο συμβάν. Όπου υπάρχει βρομιά, υπάρχει σύστημα. Η
βρομιά είναι το υποπροϊόν μιας συστηματικής τακτοποίησης και ταξινόμησης της
ύλης, στο βαθμό που η τακτοποίηση συνεπάγεται την απόρριψη των ακατάλληλων
στοιχείων. Αυτή η αντίληψη για τη βρομιά μας οδηγεί κατευθείαν στο πεδίο του
συμβολισμού και προμηνύει τη διασύνδεση με άλλα πιο προφανή συμβολικά
συστήματα καθαρότητας» «Order
implies restriction; from all possible materials, a limited selection has been made and
from all possible relations a limited set has been used. So disorder by implication is
unlimited, no pattern has been realised in it, but its potential for patterning is
indefinite. This is why, though we seek to create order, we do not simply condemn
disorder. We recognise that it is destructive to existing patterns; also that it has
potentiality. It symbolises both danger and power.
(Mary Douglas: Purity and Danger. An Analysis of Concepts of Pollution and Taboo. London:
Routledge & Kegan Paul, 1966, p. 94, ελλ. μτφρ. Καθαρότητα και Κίνδυνος. Κοσμική Μίανση, στο
συλλογικό τόμο Τα Όρια του Σώματος-Διεπιστημονικές Προσεγγίσεις, επιμ. Μακρυνιώτη Δήμητρα,
μτφρ. Κώστας Αθανασίου, Κική Καψαμπέλη, Μαριάννα Κονδύλη, Θόδωρος Παρασκευόπουλος,
Νήσος, Αθήνα, 2004)
Αντι-μορφή/ Anti-form.
An imprecise term, originating in the late 1960s, applied to certain types of works that
react against traditional forms, materials, and methods of artistic creation. Robert
Morris, who wrote an article entitled “Anti-Form” in the April 1968 issue of Artforum
(vol. 6, 1968, pp. 33-35) defined the term—somewhat opaquely—as an ‘attempt to
contradict one's taste'. The basic elements of Anti-Form works are the properties of
the objects themselves: form, surface, dimensions. Particular attention is reserved for
the whole, with a deliberately summary approach to details, as occurs too with
Minimal Art. In substance, the materials used, the geometry of the works, the very
gestures of the action almost never belong to artistic tradition and are similar to those
of arte povera and Minimal Art. Various materials may be used in the works but the
operations are always associated with the exhibition context. The chosen space is an
integral part of the work, which sometimes attains monumental dimensions: the idea
of the installation takes form.
The Anti-Form artists often use industrial or building materials, such as steel, glassfibre,
rubber, plywood and waste material, on which they effect simple actions
(cutting it or making it fall from a height). Examples of this include Morris’s “felts”,
strips of cut fabric, the remains of industrial processes, which the artist handles in
various ways, in accordance with a composition of a strict complexity although the
result of many single irregular elements. Anti-Form works do not develop from
precise programmed aims, as every type of manipulation could alter its meaning. The
artist is not required to have any particular ability and his work is totally superfluous,
because the aim is solely to make the semantic properties of the objects to emerge,
which are left free to follow the form that is natural to them: the work thus acquires an
anti-form, a form that is not established a priori, that alludes to nothing and that the
observer can analyse by effecting his own logical conclusions.
In the summer of 1967, Morris began to purchase rectangular sheets of industrial felt
and cut into them with a series of straight lines. When suspended, the strips of felt
would tumble from their own weight. Morris wanted to question the fixed geometric
shapes of Minimalist sculpture and the way Minimalism imposed order on materials.
As he wrote in his essay ‘Anti-Form’, the alternative was to let materials determine
their own shape. This meant relinquishing control of the final appearance: each time
this work is displayed, its precise arrangement will change
Morris helped to define the principles of Minimal art, writing important articles on the
subject, he was also an innovator in tempering the often severe appearance of
Minimalism with a new plasticity—a literal softness. In his works, he subjected sheets
of thick industrial felt to basic formal procedures (a series of parallel cuts, say,
followed by hanging, piling, or even dropping in a tangle), then accepted whatever
shape they took as the work of art. In this way he left the overall configuration of the
work (a configuration he imagined as temporary) to the medium itself. "Random
piling, loose stacking, hanging, give passing form to material," Morris wrote. "Chance
is accepted and indeterminacy is implied. . . . Disengagement with preconceived
enduring forms and orders for things is a positive assertion."
His work emphasizes the process of its making and the qualities of its material. But
even if Morris was trying to avoid making form a "prescribed end," as a
compositional scheme, the work has both formal elegance and psychological
suggestiveness: the order and symmetry of the cut cloth is belied by the graceful sag
at the top. In fact, a work produced by rigorous aesthetic theory ends up evoking the
human figure. "Felt has anatomical associations," Morris has said, "it relates to the
body—it's skinlike."
Αντίστροφο ερείπιο
Το ερείπιο που εμπεριέχεται δυνητικά σε κάθε διεργασία μεταβολής του
περιβάλλοντος και όχι το ερείπιο που δημιουργείτε στο πέρασμα του χρόνου. Ο
Robert Smithson αναφέρεται σε μια φράση του Ναμπόκοφ: Το μέλλον δεν είναι παρά
το πεπαλαιωμένο ιδωμένο αντίστροφα. Τα «νέα μνημεία» του τοπίου «αντί να μας
θυμίζουν το παρελθόν μοιάζει να μας κάνουν να λησμονούμε το μέλλον…Και αυτό
το είδος χρόνου δεν έχει χώρο· είναι στατικό και ακίνητο». Αν -όπως μας έδειξε ο
Walter Benjamin στo Passagenwerk τα ερείπια και τα υλικά τεκμήρια των πόλεων
αποτελούν δείκτες των σύνθετων μηχανισμών της μνήμης, τα «αντίστροφα ερείπια»
συνιστούν προανάκρουσμα μιας νέας χωρο-χρονικής διάστασης και μιας
«υπερκειμενικής» ανάγνωσης της πόλης. Ο Smithson προτείνει ένα σύνθετο σύστημα
αναπαραστάσεων, χαρτογραφήσεων, συλλογών, ψυχολογικών μεταβιβάσεων,
μεταθέσεων και συνδέσεων που μας δίνουν τη δυνατότητα να αποκαλέσουμε μια
τέτοια ανάγνωση εργαστήριο
Αντι-Ύλη/ Anti-Matter
Some time later, Pinot Gallizio developed a plan for ‘Industrial Painting’, in effect a
re-functioning of both painting and the assembly-line by yoking both together. He
devised a kind of Heath Robinson machine which, using industrial paints, could cover
rolls of canvas fed through it with arbitrary spatters of paint. In some ways, of course,
it was intended as a conceptual re-functioning of Jackson Pollock, inserting his style
of painting into an absurd industrial context. Pinot Gallizio then developed the idea by
suggesting that immense rolls of industrial painting could be used as road-surfaces
on the autostrada, until Italy’s motorways were all paved with Abstract
Expressionism. More modestly, Pinot Gallizio actually constructed a ‘Cavern of
Anti-Matter’ with his industrial paintings forming the walls and ceilings, creating a
cavern or grotto that was an entirely man-made—or rather, machine-made—painterly
environment. I found it a strange experience standing there, when it was reconstructed
in the Beaubourg after Gallizio’s son found the original rolls, stored away in a cellar. I
felt there had been a re-functioning of painting, not simply as architecture, but even as
nature, as the cavern walls sagged and seemed to be covered with some strange
deposit, about to crumble or drip.
Άπειρο
Το σύμπαν δεν είναι περιορισμένο σε καμία του κατεύθυνση Γιατί αν ήταν, θα πρεπε
να έχει κάποιο άκρο. Όμως το βλέπουμε πως ένα πράγμα δεν μπορεί κάπου να
τελειώνει, αν δεν υπάρχει κάτι πέρα απ' αυτό που να το περιορίζει, έτσι που να
φαίνεται πως υπάρχει κάποιο σημείο που η όρασή μας δεν μπορεί να ξεπεράσει. Κι
αφού θα πρέπει να τ' ομολογήσουμε πως πέρα από το Όλον τίποτα δεν υπάρχει, το
Όλον δεν έχει άκρο, άρα δεν έχει τέρμα. Και δεν έχει σημασία σε ποια περιοχή του
σύμπαντος θα σταθείς· σε ποιο σημείο και να βρίσκεται κανείς, το σύμπαν εκτείνεται
εξίσου άπειρο προς κάθε κατεύθυνση […]
Κι ακόμα, αν όλο το διάστημα του σύμπαντος είναι κλεισμένο από παντού μέσα σε
καθορισμένα όρια κι ήταν πεπερασμένο, όλο το απόθεμα της ύλης από παντού θα είχε
συρρεύσει στα τρίσβαθα εξαιτίας του βάρους των στερεών, και τίποτε δε θα ‘ταν
δυνατό να συμβεί κάτω από τον ουράνιο θόλο· ούτε καν ουρανός δεν θα υπήρχε μήτε
φως του ήλιου, αφού ολόκληρη η ύλη, ήδη επί αιώνες στοιβαγμένη, θα ήταν μια
αδρανής μάζα. Όπως έχουν τα πράγματα όμως, τα αρχικά στοιχεία των σωμάτων δεν
έχουν ησυχία, αφού δεν υπάρχει κανένα «τρίσβαθο» πουθενά, όπου θα μπορούσαν να
συγκεντρωθούν και να μείνουν. Τα πάντα βρίσκονται συνεχώς σε αέναη κίνηση
παντού σ’ όλα τα μέρη, και τα σωματίδια δεν παύουν να εφοδιάζουν υπογείως την
ύλη, εξορμώντας μέσα από το άπειρο.
Μου ‘ρχεται στο νου μια πιστή αναπαράσταση αυτού του πράγματος, μια εικόνα που
καθημερινά βλέπουμε να ξετυλίγεται μπρος στα μάτια μας. Πρόσεξε, κάθε φορά που
τρυπώνουν οι ακτίνες του ήλιου και ρίχνουν το φως τους μες στο σκοτάδι των
σπιτιών μας: θα δεις πολλά μικροσκοπικά σωματίδια να αναδεύονται με χίλιους δυο
τρόπους στο κενό που φωτίζει η ακτίνα· σαν να μπλέχτηκαν σε αγώνα ασταμάτητο,
συγκρούονται και μάχονται κατά σμήνη χωρίς ανάπαυλα καμιά, ξεσηκωμένα από
απανωτές συγκρούσεις και απωθήσεις. Απ' αυτό μπορείς να πάρεις μια ιδέα για το
πώς μοιάζει αέναη και αδιάκοπη κίνηση των αρχικών στοιχείων στο απέραντο κενό -
στο βαθμό που μπορεί ένα μικρό γεγονός να μας δώσει μια ιδέα για τα μεγαλύτερα
και να φωτίσει τα χνάρια που οδηγούν στη γνώση τους.
Αξίζει να δώσεις προσοχή σε τούτα τα σωματίδια που βλέπεις να στροβιλίζονται στις
ακτίνες του ήλιου, για τον εξής επίσης λόγο: αυτή η αναταραχή τους φανερώνει πως
και η ύλη κρύβει μέσα τις μυστικές και αθέατες κινήσεις. Γιατί θα δεις πολλά μόρια
σκόνης σπρωγμένα από αθέατα χτυπήματα να αλλάζουν πορεία και ωθούμενα προς
τα πίσω να επιστρέφουν, πότε έτσι πότε αλλιώς, προς κάθε κατεύθυνση. Κι είναι
φανερό πως όλη τούτη η περιπλάνηση οφείλεται στα άτομα. Καταρχάς, τα άτομα
κινούνται έτσι κι αλλιώς από μόνα τους· στη συνέχεια, με αθέατα χτυπήματα, θέτουν
σε κίνηση τις μικρότερες ατομικές ενώσεις, που έχουν, θα λέγαμε, δύναμη
παραπλήσια με αυτή των ατόμων· αυτές οι ενώσεις με τη σειρά τους μεταδίδουν την
κίνηση σε άλλες, κάπως μεγαλύτερες. Έτσι η κίνηση, με αφετηρία της τα άτομα,
αρχίζει ν΄ανεβαίνει και να φτάνει σταδιακά και στη δική μας αντίληψη· μεταδίδεται
τελικά και στα σωματίδια που μπορούμε να διακρίνουμε στο φως του ήλιου, χωρίς
όμως να αποκαλύπτει τα χτυπήματα που την προκαλούν.[…]
Πάνω στο θέμα αυτό θέλω να σου δώσω να καταλάβεις κάτι ακόμη: όταν τα άτομα
φέρονται από το ίδιο τους το βάρος μες στο κενό, σε στιγμές ακαθόριστες και σε
τόπους ακαθόριστους παρεκκλίνουν κάπως από την τροχιά τους, τόσο μόνο, όσο που
να μπορείς να πεις ότι διαφοροποιήθηκε η κίνησή τους. Αν δεν υπήρχε αυτή η
παρέκκλιση, όλα τα άτομα θα έπεφταν σα σταγόνες βροχής στα τρίσβαθα του κενού,
και δεν θα προέκυπτε καμία επαφή, καμία πρόσκρουση μεταξύ των αρχικών
στοιχείων, κι έτσι η φύση δε θα δημιουργούσε τίποτα.
Λουκρήτιος, Για την Φύση των Πραγμάτων, μτφρ. Θ. Αντωνιάδης, Ρ. Χαμέτη, Αθήνα 2005
Αυτόματη γραφή
Ο υπερρεαλιστικός αυτοματισμός αποτελεί τη διαδικασία γραφής ή σχεδίασης κατά
την οποία ο δημιουργός λειτουργεί αυθόρμητα, προβάλλοντας με αυτό τον τρόπο το
ασυνείδητο, χωρίς κανένα στοιχείο αυτολογοκρισίας ή ήθικού και αισθητικού
περιορισμού. Ο αυτοματισμός αναπτύχθηκε κυρίως στη γραφή και τη ζωγραφική. Η
αυτόματη γραφή προέρχεται από τον μυστικιστικό αυτοματισμό και ειδικότερα την
πρακτική των μελλοντολόγων κατά την οποία, όπως ισχυρίζονται, καταγράφουν τα
μηνύματα που λαμβάνουν από πνεύματα. Πρόκειται για φαινόμενο αυτοματισμού
όπου η γραφή, όπως λέγεται, «οδηγείται» από κάποια οντότητα, ή το ασυνείδητο,
καθώς το υποκείμενο βρίσκεται σε σχεδόν σε έκσταση (Γι αυτό και μερικές φορές
ονομάζεται και «εκστατική γραφή»).
Στην περίπτωση του σουρεαλισμού ωστόσο, αποτελεί απλά μέσο έκφρασης του
ασυνειδήτου, μέσω της χρήσης λέξεων με τυχαίο και αυθόρμητο τρόπο,
επιτυγχάνοντας έτσι τη δημιουργία παράλογων και φανταστικών εικόνων, χωρίς
απαραίτητα λογική σύνδεση μεταξύ τους. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα
αυτόματης γραφής αποτελούν τα Μαγνητικά Πεδία των Αντρέ Μπρετόν και Φιλίπ
Σουπώ, το πρώτο αμιγώς αυτόματο υπερρεαλιστικό κείμενο. Στο σχέδιο, η αυτόματη
μέθοδος συνίσταται σε ένα είδος τυχαίας μετακίνησης του πινέλου πάνω στο χαρτί.
Στο σημείο αυτό, χρειάζεται ωστόσο μια διευκρίνιση, όπως επεσήμανε ο Ανδρέας
Καραντώνης: «υπερρεαλισμός δεν εστράφη εναντίον της λογικής αυτής καθ’ εαυτής,
ως ενός τρόπου μαθηματικών και συμπερασματικών του σκέπτεσθαι, δηλαδή, δεν
εστράφη εναντίον της αλληλουχίας των εννοιών, όσον εστράφη εναντίον των
διαφόρων κανόνων και δογμάτων που είχαν θεσπισθή διά μέσου των αιώνων γύρω
από τα θέματα της εσωτερικής μας και της πνευματικής ζωής και τα της τέχνης,
βέβαια, τα οποία είχαν δημιουργήσει φραγμούς και εμπόδιζαν τον καλλιτέχνη να
ανακαλύψη τον εαυτόν του και τον υπεχρέωναν να επαναλαμβάνη άλλους, ή να είναι
μαθητής μιας κάποιας παραδόσεως, με ελάχιστες δικές του προσθήκες.»
Στην Ελλάδα, η Υψικάμινος του Ανδρέα Εμπειρίκου αποτελεί ίσως το μοναδικό
κείμενο αυτόματης γραφής. Ο ίδιος ο Ανδρέας Εμπειρίκος έλεγε σε ραδιοφωνική
συζήτηση με το Νίκο Γκάτσο και τον Ανδρέα Καραντώνη το Σεπτέμβριο του 1960: «
Η αυτόματος γραφή είναι ένα από τα βασικά στοιχεία του υπερρεαλισμού. Ο
αμεσώτερος τρόπος εκφράσεως, μπορούμε να πούμε. Ένας τρόπος εκφράσεως που
για να γίνη νοητός πρέπει να λάβουμε υπ’ όψιν μας τους αποκρύφους μηχανισμούς
του ονείρου, που μας απεκάλυψε ο Φρόϋντ. Όπως είς τα όνειρα, έτσι και στην
αυτόματη γραφή βλέπουμε να έρχουνται στην επιφάνεια στοιχεία, τα οποία άνευ του
υπερρεαλισμού, θα ήτο αδύνατο να αξιοποιηθούν υπό την γνησίαν μορφήν τους, διότι
υπάρχουν πολλοί πρόδρομοι, οι οποίοι σε ωρισμένα σημεία ή σε επί μέρους στοιχεία
παρουσίασαν υπερρεαλιστικότητα. Αλλά δια να εννοήσωμεν την καθ’ αυτού
υπερρεαλιστικήν έκφρασιν πρέπει να αναφερθούμε και να θυμηθούμε, ότι εκεί που
ένας συγγραφεύς χρησιμοποίησε την λογικήν και τον λογικόν ειρμόν, ο
υπερρεαλιστής έκανε ακριβώς το αντίθετο, παραμερίζων πάσαν επίδρασιν
προερχομένην από την λογικήν ή από έννοιες ηθικής μορφής ή αισθητικής. Στο
σημείο αυτό βλέπουμε ότι ο υπερρεαλισμός ή μάλλον η αυτόματη γραφή,
παρουσιάζει μίαν συγγένεια, με τον μηχανισμόν των ονείρων. Γιατί τι συμβαίνει στα
όνειρα; Ό,τι είν’ απωθημένο στο ασυνείδητό μας, όπως εις τα όνειρα βλέπουμε να
τείνουν να εκφρασθούν και να εκφράζωνται εν τέλει μετημφιεσμένοι οι μύθοι, έτσι
και εις την αυτόματον γραφήν βλέπουμε να έρχωνται στην επιφάνεια στοιχεία, που
αλλοιώς, αν δεν αφηνώμεθα σε αυτήν την κατάστασι του αυτοματισμού, δια μιας
επεμβάσεως λογικής ή ηθικής, θα παραμερίζοντο» (Ηθογραφικά ταξίδια στην Ελλάδα,
1961)
For paranormal writing technique, see Automatic writing (-Automatic writing is the
process or production of writing material that does not come from the conscious
thoughts of the writer. Practitioners say that the writer's hand forms the message, with
the person being unaware of what will be written. In some cases, it is done by people
in a trance state. In others, the writer is aware (not in a trance) of their surroundings
but not of the actions of their writing hand)
For method of writing and educational technique, see Free writing.
Automatism has taken on many forms: the automatic writing and drawing initially
(and still to this day) practiced by surrealists can be compared to similar, or perhaps
parallel phenomena, such as the non-idiomatic improvisation of free jazz. Surrealist
automatism is different from mediumistic automatism, from which the term was
inspired. Ghosts, spirits or the like are not purported to be the source of surrealist
automatic messages.
"Pure psychic automatism" was how André Breton defined surrealism, and while the
definition has proved capable of significant expansion, automatism remains of prime
importance in the movement. In 1919 Breton and Philippe Soupault wrote the first
automatic book, Les Champs Magnétiques, while The Automatic Message (1933) was
one of Breton's significant theoretical works about automatism.
Some Romanian surrealists invented a number of surrealist techniques (such as
cubomania, entoptic graphomania, and the movement of liquid down a vertical
surface) that purported to take automatism to an absurd point, and the name given,
"surautomatism", implies that the methods "go beyond" automatism, but this
position is controversial.
Automatic drawing (distinguished from drawn expression of mediums) was
developed by the surrealists, as a means of expressing the subconscious. In automatic
drawing, the hand is allowed to move 'randomly' across the paper. In applying chance
and accident to mark-making, drawing is to a large extent freed of rational control.
Hence the drawing produced may be attributed in part to the subconscious and may
reveal something of the psyche, which would otherwise be repressed. Examples of
automatic drawing were produced by mediums and practitioners of the psychic arts. It
was thought by some Spiritualists to be a spirit control that was producing the
drawing whilst physically taking control of the medium's body.
Automatic drawing was pioneered by André Masson. Artists who practised automatic
drawing include Joan Miró, Salvador Dalí, Jean Arp and André Breton. The technique
was transferred to painting (as seen in Miró's paintings which often started out as
automatic drawings), and has been adapted to other media; there have even been
automatic "drawings" in computer graphics. Pablo Picasso was also thought to have
expressed a type of automatic drawing in his later work, and particularly in his
etchings and lithographic suites of the 1960s.
Most of the surrealists' automatic drawings were illusionistic, or more precisely, they
developed into such drawings when representational forms seemed to suggest
themselves. In the 1940s and 1950s the French-Canadian group called Les
Automatistes pursued creative work (chiefly painting) based on surrealist principles.
They abandoned any trace of representation in their use of automatic drawing. This is
perhaps a more pure form of automatic drawing since it can be almost entirely
involuntary - to develop a representational form requires the conscious mind to take
over the process of drawing, unless it is entirely accidental and thus incidental. These
artists, led by Paul-Emile Borduas, sought to proclaim an entity of universal values
and ethics proclaimed in their manifesto Refus Global.
As alluded to above, surrealist artists often found that their use of 'automatic drawing'
was not entirely automatic, rather it involved some form of conscious intervention to
make the image or painting visually acceptable or comprehensible, "...Masson
admitted that his 'automatic' imagery involved a two-fold process of unconscious and
conscious activity...."
The computer, like the typewriter, can be used to produce automatic writing and
automatic poetry. The practice of automatic drawing, originally performed with pencil
or pen and paper, has also been adapted to mouse and monitor, and other automatic
methods have also been either adapted from non-digital media, or invented
specifically for the computer. For instance, filters have been automatically run in
some bitmap editor programs such as Photoshop and The GIMP, and computercontrolled
brushes have been used to "simulate" automatism.
Αυτόματη γραφή και ανασκαφή
Ο Bligh Bond, αρχιτέκτονας, αρχαιολόγος και ερευνητής και περίφημος συγγραφέας
του βιβλίου ''The gates of remembrance'' (1918) υποστήριζε ότι έκανε τις ανασκαφές
στο Glastonbury Abbey στην Αγγλία ύπο την καθοδήγηση του πνεύματος του
μοναχού Johannes Bryannt που έζησε από το 1497 μέχρι το 1533. Το μοναστήρι αυτό
ήταν από τα πιο πλούσια στην Αγγλία,αλλά στα μέσα του 16ου καταστράφηκε
παντελώς..Στις αρχές του 20ου αιώνα η εκκλησία ανέθεσε στον Bligh Bond (ο οποίος
ήταν μέλος του περίφημου ghost club-από τις παλαιότερες οργανώσεις
πνευματιστικών πειραμάτων ) να διενεργήσει τις ανασκαφές καθώς είχε ένα
εξαιρετικό χάρισμα των επιτυχημένων ανασκαφών χωρίς σημαντικές απώλειες.
Ο ίδιος θέλησε πριν ξεκινήσει τις ανασκαφές να βρει μερικές πληροφορίες για το πού
θα έσκαβε με τη βοήθεια της αυτόματης γραφής.
Χρησιμοποίησε κάποια μέντιουμ από την εταιρία για τα πειράματά του με την
αυτόματη γραφή.Το μέντιουμ κρατούσε ένα μολύβι, ο ίδιος έβαζε τα δύο του δάχτυλα
στο χέρι του μέντιουμ και έκανε ερωτήσεις..δεχόταν πολλά μυνήματα.επίσηςείχε
φροντίσει να έχει και μαρτυρες παρόντες. επικοινώνησαν και με το πνεύμα ενός από
αυτούς που κατασκεύασαν το μοναστήρι, ο οποίος τους έδωσε πληροφορίες. Το
μοναστήρι τους είπε έχει ιερή γεωμετρία, [ιερούς αριθμούς] και το κλειδί ήταν
χαραγμένο σε ένα μαρμαρινό δάπεδο..μετά από πολλά πειράματα και επικοινωνίες με
τα πνεύματα εξεδωσε το φοβερό βιβλίο για τις πύλες της μνήμης όπου έγραφε τα
μυνήματα από την επικοινωνία μαζί τους.
Η αξιολόγηση εννοιών στις Φυσικές Επιστήμες
Οι ερωτήσεις που αξιολογούν έννοιες στηρίζονται:
Στην αναδιάταξη γεγονότων ή αντικειμένων από τυχαία σε κανονική σειρά, με γνώμονα μια συγκεκριμένη έννοια. Στην ερμηνεία ενός φαινομένου που περιγράφεται, με την επίκληση μιας επιστημονικής έννοιας.
Στον προσδιορισμό μιας σχέσης ανάμεσα σε διαθέσιμα στοιχεία με βάση μία έννοια .
επιστημονικής έννοιας. Στην αναγνώριση ενός συγκεκριμένου σώματος ή φαινομένου με τη βοήθεια των ιδιοτήτων του. Χριστίνα Κατσιαδάκη
Το βήµα της µούσας
Ο Μίλτος είναι ένας νεαρός µουσικός που
ζει σε ένα ηµιυπόγειο διαµέρισµα. Η
έµπνευσή του προέρχεται από µια κοπέλα
που περνάει κάθε µέρα έξω από το
παράθυρό του. ∆εν την έχει δει ποτέ, όµως
γράφει ένα µουσικό κοµµάτι εµπνευσµένο
από τα βήµατά της. Θα τολµήσει ποτέ να
βγει και να τη γνωρίσει από κοντά;
Christina Katsiadaki
Marching muse
Miltos is a young musician that lives in a
semi-basement apartment. His inspiration is a girl that he sees every day passing outside his window. He has never
seen her face, but he writes a musical
piece which is inspired by her steps. Will
he ever dare go outside and meet her
|
ΉΧΟΙ
Ποιος είναι ο Τρίτος που βαδίζει πάντα πλάι σου;
Όταν μετρώ, υπάρχουμε μόνο εσύ κι εγώ
Μα όταν κοιτάζω εμπρός στον άσπρο δρόμο
Υπάρχει πάντα κάποιος άλλος που βαδίζει πλάι σου
Γλιστρώντας τυλιγμένος σε μια σκούρα κάπα, κουκουλωμένος
Δεν ξέρω αν είναι άντρας ή γυναίκα
-Μα αυτός εκεί, απ' τ' άλλο πλάι σου, ποιος είναι;
Ποιος είναι αυτός ο ήχος ψηλά στον αέρα
Μουρμουρητό μητρικού Θρήνου
Ποιες είναι αυτές οι οοδές που συνωστίζονται κουκουλωμένες
Ζωσμένες απ΄τον χαμηλό ορίζοντα μονάχα
ποια είναι η πόλη πέρα απ΄τα βουνά
Διασπάται, μετασχηματίζεται, εκρήγνυται μες στον μενεξεδένιο
αέρα
Πύργοι που πέφτουν
Ιερουσαλήμ, Αθήνα, Αλεξάνδρεια
Βιέννη, Λονδίνο
Εξωπραγματικές
Την ίδια εκείνη εποχή, οι καταστροφές, οι ανατροπές, η κοινωνική και οικονομική αστάθεια και η παντός είδους αναρχία που προκάλεσε ο πόλεμος, οδήγησαν τον Έλιοτ σε μεγαλύτερη εσωστρέφεια. Η συνειδητοποίηση μιας νέας κατεύθυνσης και μιας νέας «αποστολής» διαφαίνονται στην Έρημη Χώρα [The Waste Land] (1922). Η Έρημη Χώρα, κυρίαρχο θέμα της οποίας είναι το κενό και η ασημαντότητα της ύπαρξης όταν δεν υπάρχει πίστη, ή τουλάχιστον μια εσωτερική σταθερότητα, χαρακτηρίζεται από τον τελετουργικό λόγο, την αυστηρότητα στη δομή, καθώς και από την συχνή χρήση υπαινιγμών και συμβόλων. Στην κατάθλιψη που διαπνέει το ποίημα, αντιπαρατίθεται η ελπίδα νοήματος που προσφέρει η θρησκευτική πίστη. Εδώ, και από εδώ και πέρα, ο λόγος του Έλιοτ γίνεται πλέον υπερβολικά πυκνός, σχεδόν ασφυκτικός. Παλιά θησαυρίσματα του από αναγνώσεις των Γραφών, της Ιστορίας, της Μυθολογίας, της Φιλοσοφίας, ενσωματώνονται στο κείμενο του στην αρχική τους μορφή, που συχνά συμβαίνει να είναι σε αρχαία αγγλικά, λατινικά, σανσκριτικά, ή σε κάποια ευρωπαϊκή γλώσσα. Παράλληλα, γίνεται πλήθος αναφορών σε γεγονότα και καταστάσεις. Κάθε στροφή του Έλιοτ κουβαλά πλέον ένα τέτοιο φορτίο παραπομπών που θα μπορούσε να βουλιάξει το ποίημα - αν αυτό δεν ήταν τόσο ρωμαλέο και αυθύπαρκτο.
Τ.Σ.Έλιοτ
Εισαγωγή-Μετάφραση - Παυλίνα Παμπούδη
Εκδόσεις Printa, 2003





Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου