Με τη μετάβαση του ελληνικού Ατόμου στο στάδιο του Προσώπου έχουμε την εμφάνιση μιας άλλης αντίληψης για τον χρόνο, η οποία θα μπορούσε να προσεγγιστεί απλουστευτικά ως “σύνθεση” ελληνικής και εβραϊκής.
Λόγω της παραδοχής ατομικής και συλλογικής ταυτότητας, η πρόοδος είναι και ατομική και συλλογική “ταυτόχρονα”. Προκόβοντας το άτομο, προκόβει και η κοινότητα και αντιστρόφως. Εντασσόμενη στην προοπτική του Προσώπου, η ελληνική αντίληψη για τον υπαρξιακό (ατομικό) χρόνο ανακαινίζεται, ενώ η αντίληψη για την κυκλικότητα του ιστορικού (συλλογικού) χρόνου εγκαταλείπεται και αντικαθίσταται από κείνη του εσχατολογικού ιστορικού (συλλογικού) χρόνου, τις καταβολές της οποίας τις βρίσκουμε στην εβραϊκή προφητική παράδοση. Η νέα αντίληψη για τον χρόνο, η ελληνο-χριστιανική, είναι η αντίληψη του Προσώπου. Ελάχιστα όμως πράγματα μπορούμε να πούμε γι’ αυτήν, επειδή περιλαμβάνει την εμπειρία της “αιωνιότητας”. Μιλώντας με όρους της ατομικιστικής νοητικής βαθμίδας, θα αποδίδαμε τον χρόνο του Προσώπου ως ατομικό και συλλογικό “συγχρόνως”. Αλλά αυτό το “συγχρόνως” πώς να γίνει κατανοητό; Αυτό που καθιστά ακατανόητο για το Άτομο τον προσωποκεντρικό χρόνο είναι η ιδιότητά του να “εκρήγνυται” στην “αιωνιότητα”, ή αλλιώς το γίγνεσθαι να “εκβάλλει” στο “είναι”, κάθε φορά που το παρόν “αγγίζει” τα “έσχατα”. Ο “εκρηγνυόμενος” σπειροειδής-κυλινδροειδής ιστορικός χρόνος είναι εσχατολογικός. Το τέλος-σκοπός, η Δευτέρα Παρουσία και η συνδεδεμένη μ’ αυτήν γενική Ανάσταση-ανακαίνιση του κόσμου, δεν είναι γεγονός ενδοϊστορικό, όπως στην εβραϊκή αντίληψη, αλλά “μεταϊστορικό”. Η “θέωση”, ως “σημείο τομής” της προσωπικής και της συλλογικής “θεώσεως”, το οποίο επιτυγχάνεται κατά τη “Θεία Λειτουργία”, παραμένει απλώς “πρόγευση των εσχάτων”. Η “ολοκληρωμένη” και “οριστική” θέωση θα πραγματοποιηθεί όταν έλθει το “πλήρωμα του χρόνου”. Όταν θα έχει αποπερατωθεί η πραγματοποίηση του “θεϊκού σχεδίου”.
Προσπάθησα να παρουσιάσω στην Έκλειψη του Υποκειμένου μια εκλογικευμένη διατύπωση του προσωποκεντρικού χρόνου, ως τρισδιάστατου “σπειροειδούς-κυλινδρικού” συνεχούς, αλλά, ενώ τυπικά μου φαίνεται σωστή, δεν νομίζω ότι βοηθά ιδιαίτερα στην κατανόηση. Ουσιαστικά, δεν ξέρουμε πώς βιώνει και πώς αντιλαμβάνεται τον χρόνο το Πρόσωπο. Ίσως μπορούμε να μαντέψουμε τι σημαίνει στερεομετρικός χρόνος (ατομικός-συλλογικός “συγχρόνως”), αν σκεφθούμε α) ότι μιλάμε για ταυτόχρονη εξέλιξη-προκοπή και στο υπαρξιακό και στο ιστορικό πεδίο, β) ότι η “πηγή της ροής” του χρόνου βρίσκεται στο μέλλον και όχι στο παρελθόν και γ) ότι το είδος της προσωπικής ενέργειας που την “παράγει” είναι η αμερόληπτη Αγάπη. Με άλλα λόγια: είναι ο χρόνος του ανθρώπου, ο οποίος αγαπά με τον τρόπο που αγαπά ο τριαδικός Θεός. Οι διατυπώσεις αυτές και πάλι δεν λένε πολλά πράγματα. Υποθέτουμε ότι η κατανόηση είναι δύσκολη επειδή όλα αυτά αντιστοιχούν σε εμπειρίες μιας ανθρωπολογικής βαθμίδας και ενός πολιτισμού ανώτερου από τον δικό μας.
Ο νεωτερικός μεσσιανισμός
Λόγω της παραδοχής ατομικής και συλλογικής ταυτότητας, η πρόοδος είναι και ατομική και συλλογική “ταυτόχρονα”. Προκόβοντας το άτομο, προκόβει και η κοινότητα και αντιστρόφως. Εντασσόμενη στην προοπτική του Προσώπου, η ελληνική αντίληψη για τον υπαρξιακό (ατομικό) χρόνο ανακαινίζεται, ενώ η αντίληψη για την κυκλικότητα του ιστορικού (συλλογικού) χρόνου εγκαταλείπεται και αντικαθίσταται από κείνη του εσχατολογικού ιστορικού (συλλογικού) χρόνου, τις καταβολές της οποίας τις βρίσκουμε στην εβραϊκή προφητική παράδοση. Η νέα αντίληψη για τον χρόνο, η ελληνο-χριστιανική, είναι η αντίληψη του Προσώπου. Ελάχιστα όμως πράγματα μπορούμε να πούμε γι’ αυτήν, επειδή περιλαμβάνει την εμπειρία της “αιωνιότητας”. Μιλώντας με όρους της ατομικιστικής νοητικής βαθμίδας, θα αποδίδαμε τον χρόνο του Προσώπου ως ατομικό και συλλογικό “συγχρόνως”. Αλλά αυτό το “συγχρόνως” πώς να γίνει κατανοητό; Αυτό που καθιστά ακατανόητο για το Άτομο τον προσωποκεντρικό χρόνο είναι η ιδιότητά του να “εκρήγνυται” στην “αιωνιότητα”, ή αλλιώς το γίγνεσθαι να “εκβάλλει” στο “είναι”, κάθε φορά που το παρόν “αγγίζει” τα “έσχατα”. Ο “εκρηγνυόμενος” σπειροειδής-κυλινδροειδής ιστορικός χρόνος είναι εσχατολογικός. Το τέλος-σκοπός, η Δευτέρα Παρουσία και η συνδεδεμένη μ’ αυτήν γενική Ανάσταση-ανακαίνιση του κόσμου, δεν είναι γεγονός ενδοϊστορικό, όπως στην εβραϊκή αντίληψη, αλλά “μεταϊστορικό”. Η “θέωση”, ως “σημείο τομής” της προσωπικής και της συλλογικής “θεώσεως”, το οποίο επιτυγχάνεται κατά τη “Θεία Λειτουργία”, παραμένει απλώς “πρόγευση των εσχάτων”. Η “ολοκληρωμένη” και “οριστική” θέωση θα πραγματοποιηθεί όταν έλθει το “πλήρωμα του χρόνου”. Όταν θα έχει αποπερατωθεί η πραγματοποίηση του “θεϊκού σχεδίου”.
Προσπάθησα να παρουσιάσω στην Έκλειψη του Υποκειμένου μια εκλογικευμένη διατύπωση του προσωποκεντρικού χρόνου, ως τρισδιάστατου “σπειροειδούς-κυλινδρικού” συνεχούς, αλλά, ενώ τυπικά μου φαίνεται σωστή, δεν νομίζω ότι βοηθά ιδιαίτερα στην κατανόηση. Ουσιαστικά, δεν ξέρουμε πώς βιώνει και πώς αντιλαμβάνεται τον χρόνο το Πρόσωπο. Ίσως μπορούμε να μαντέψουμε τι σημαίνει στερεομετρικός χρόνος (ατομικός-συλλογικός “συγχρόνως”), αν σκεφθούμε α) ότι μιλάμε για ταυτόχρονη εξέλιξη-προκοπή και στο υπαρξιακό και στο ιστορικό πεδίο, β) ότι η “πηγή της ροής” του χρόνου βρίσκεται στο μέλλον και όχι στο παρελθόν και γ) ότι το είδος της προσωπικής ενέργειας που την “παράγει” είναι η αμερόληπτη Αγάπη. Με άλλα λόγια: είναι ο χρόνος του ανθρώπου, ο οποίος αγαπά με τον τρόπο που αγαπά ο τριαδικός Θεός. Οι διατυπώσεις αυτές και πάλι δεν λένε πολλά πράγματα. Υποθέτουμε ότι η κατανόηση είναι δύσκολη επειδή όλα αυτά αντιστοιχούν σε εμπειρίες μιας ανθρωπολογικής βαθμίδας και ενός πολιτισμού ανώτερου από τον δικό μας.
Ο νεωτερικός μεσσιανισμός
http://e-parembasis.blogspot.gr/2013/02/blog-post_2177.html